ἔναλλος

ἔναλλος, ον,
A changed, contrary, Theoc.1.134, AP5.298 (Agath.). Adv.

-λως Plu.2.1045e

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έναλλος — ἔναλλος, ον (AM) διαφορετικός, αλλαγμένος στο αντίθετο, αντίστροφος, ανεστραμμένος («πάντα δ ἔναλλα γένοιτο», Θεόκρ.). επίρρ... ἐνάλλως αλλιώς, διαφορετικά …   Dictionary of Greek

  • ἐνάλλως — ἔναλλος changed adverbial ἔναλλος changed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλλοις — ἔναλλος changed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλλου — ἔναλλος changed masc/fem/neut gen sg ἐνά̱λλου , ἐνάλλομαι leap in imperf ind mid 2nd sg (attic epic doric aeolic) ἐνάλλομαι leap in pres imperat mid 2nd sg (attic epic doric) ἐνάλλομαι leap in imperf ind mid 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναλλα — ἔναλλος changed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.